Βιογραφία - Σεβάς Χανούμ

Kάποιος βάζει πληροφορίες,στοιχεία,φωτο , οι άλλοι ας συμπληρώνουν να μαζέψουμε όσο περισσότερα μπορούμε.
Απάντηση
Message
Συγγραφέας
APOSTOLOS-USA
Δημοσιεύσεις: 44
Εγγραφή: 21 Μαρ 2010 05:05 am

Βιογραφία - Σεβάς Χανούμ

#1 Δημοσίευση από APOSTOLOS-USA »

Η Σεβάς Χανούμ είνναι μία από τις ωραιότερες λαϊκές φωνές της Ελληνικής δισκογραφίας. Ξεκίνησε την καριέρα της την χρυσή εποχή του Λαϊκού τραγουδιού και είχε μια ασυνήθυστη πορεία στην δισκογραφία με ελάχιστους ηχογραφημένους δίσκους. Αναμφίβολα όμως αποτελεί μια από τις σημαντικότερες Λαικές τραγουδίστριες.
Γεννήθηκε στο χωριό Κοκκινώγια λίγο έξω από την Δράμα στις 8 Σεπτεμβρίου του 1931. Η μικρή Σεβαστή ήταν από εύπορη οικογένεια. Οι γονείς της, Ανέστης και Βασιλική, ήταν Πόντιοι πρόσφυγες από την Σαμψούντα που είχαν εγκατασταθεί στην Δράμα. Είχε και έναν αδερφό τον Στέλιο από τον 1ο γάμο της μητέρας της. Στην κατοχή μετακομισαν στην Θεσσαλονίκη.
Σε ηλικία 13-14 ετών είχε δείξει ήδη την αγάπη της για το τραγουδι, τραγουδούσε σε διαφορα κέντρα στην Θεσσαλονίκη παρα τις αντιρήσεις των γονιών της. Έτσι το 1949 αποφασίζει να φύγει για την Αθήνα. Τότε κάνει και την πρώτη της δισκογραφική δουλειά, το τραγουδι «ΟΜΟΡΦΗ ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΣΣΑ» του Κ.Καπλάνη μαζί με τον Τάκη Μπίνη. Το 1951 στου «Τζίμη του Χανδρού» ο ίδιος ο Τζίμης της αλλάζει το όνομα σε Σεβάς Χανούμ για να ταιριάζει με τα ανατολίτικα τραγουδια που τραγουδούσε.

Από όσα επίθετα της είχαν χαρίσει, αυτή διάλεγε μια λέξη -αμαζόνα, για να πει ποια είναι. Προφανώς δεν χόρταινε να είναι ελεύθερη και να ταξιδεύει πάνω σε άλογα πάθη. Ισως αυτή η λέξη που χρησιμοποιούσε για τον εαυτό της να ήταν η αιτία που δεν ηχογράφησε παρά μόνο ελάχιστα τραγούδια σε δίσκο.


Το 1983 διάβασα στην εφημερίδα πως η τραγουδίστρια Σεβάς Χανούμ είναι ανήμπορη και μένει στη Θεσσαλονίκη. Βρήκα από τον ΟΤΕ το τηλέφωνό της και πήγα το ίδιο απόγευμα που έφτανα στην πόλη. Εμενε στη Νεάπολη σε ένα δίπατο σπίτι - στον επάνω όροφο.

Το σπίτι της ήταν το σπίτι που οι Ελληνες έκτιζαν για να κλείσουν τα όνειρά τους. Παρελθόν και μέλλον στο ίδιο κάδρο. Κορδέλες από μαθητικά μαλλιά και φωτογραφίες από το Αμέρικα -Εδώ η Σεβάς Χανούμ παρακολουθεί την λιτανεία του επιταφίου στη Νέα Υόρκη, λάβαρα, σημαίες, γραβάτες, παλτά, κεριά και ιερείς να προηγούνται. Πίσω η Σεβάς με μαντίλι καλαματιανό.

Αρχισε αργά, καθώς ο καφές άχνιζε. Γεννήθηκα από Πόντιους και ήρθαμε από την Σαμψούντα, το 1922, στη Δράμα. Βγήκαμε στον Πειραιά πρώτα, οι γονείς μου ήρθαν και έμειναν στη Δράμα. Εγώ γεννήθηκα το 1931. Είμαι από καλή γενιά. Σχολείο πήγα μέχρι την πρώτη δημοτικού. Ισα που έμαθα να γράφω το όνομά μου...

Τι χρειαζόταν τα πτυχία και τα αγγλικά; Αυτή ήταν αλλού ταγμένη. Γυναίκα και τραγουδίστρια τα χρόνια εκείνα ήταν επικίνδυνο πράγμα. Προχωρημένο. Ερχονται στη Θεσσαλονίκη, στη γειτονιά αυτή που μιλάμε. Τότε αλλιώς. Κι αρχίζει να ακούει τα λόγια των τραγουδιών από τα λόγια των ανθρώπων. Θέλει να είναι δίπλα στο μικρόφωνο και ξεκινάει -όπως όλες- από το «ελαφρύ» τραγούδι -η μίμηση της Δύσης.

Κάποια στιγμή φτάνει στα θηρία της πλατείας Βάθη, στο καφενείο του Μάριου, μπορεί εύκολα να κυλήσει στο θέμα των τραγουδιών -περιγράφουν μια τέτοια ζωή- αλλά αυτή δεν είναι για τα εύκολα. Είναι για τα δύσκολα. Οταν στου Τζίμη του Χοντρού η Νίνου δεν την θέλει δίπλα της, αυτή την χτυπάει στου Μάριου το καφέ. Δύο γυναίκες που τσακώνονται, σαν αγγείο στο μουσείο, δεύτερη αίθουσα, να φαίνεται από το φως του ήλιου. Τι σας έκανα και θέλετε να πεινάσω αφού μένω χωρίς δουλειά δίπλα σας; Λέει στη Νίνου, αυτή, μια ξένη στην Αθήνα.

Λένε πως κάπνιζε μακριά, χοντρά τσιγάρα με άνθη του Κακού. Πως ήταν ευέξαπτη και αγαπούσε τα μαύρα. Μοιραία θα γνωρίσει τον Καζαντζίδη. Παραλίγο να τον παντρευτεί. Το όνειρο κάθε γυναίκας τραγουδίστριας. Ενας Χριστός αυτός, Πόντιος, που έπεσε, όπως τα αγάλματα, στη γη. Και κει τον βρήκε. Πρόσωπο που μόλις έχει ξυριστεί και φτιάχνει στον καθρέφτη το μουστάκι και το στόμα μυρίζει κρασί και άνηθο.

Γνωρίζει τον Χιώτη και τραγουδά το «Φτωχοκάλυβο» -προτού δοθεί αντιπαροχή. Από όλα τα χρόνια αυτά κρατά κάτι ταφτάδες και ένα ζευγάρι μαύρα τακούνια και γυρίζει στην κάμαρή της, καθώς νέες φωνές, νέα συμβόλαια καίνε τα παλιά, δικά της. Ανασαίνει βαριά, κλαίει εύκολα, μιλά για τις αρρώστιες της. Το γραφτό της.

Ακόμα μια νύχτα την άκουσα να μου μιλάει από το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στον Πειραιά, όπου είχε έρθει από τη Θεσσαλονίκη, για τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ για το ρεμπέτικο. Η φωνή της γλυκιά, χαμένη μέσα σε μια παραζάλη, με το τηλέφωνο στο χέρι, με πήγε ένα ταξίδι αργά τη νύχτα.

Ζει άλλα επτά χρόνια και το Μάιο του 1990 από πτώση στην άσφαλτο -είχε βγει από του Παπανικολάου, άρρωστη ένα χρόνο εκεί - πήγαινε να φτιάχνει τα δόντια της, για να ξανατραγουδήσει, δεν άντεξε στη σκηνή, πεθαίνει.

Εγινεν η κηδεία της. Πτωχοτάτη. 30 άτομα. Η γειτονιά. Τρία στεφάνια. Το ένα του Δήμου Νεάπολης. Του Δήμου όπου ετελεύτησεν το βίο της αυτή η νυχτερινή αμαζόνα, Σεβάς Χανούμ, της οδού των αργών τραγουδιών που σβήνουν στο βάθος του δρόμου.

Απάντηση

Επιστροφή σε “Βιογραφίες”