ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ

Kάποιος βάζει πληροφορίες,στοιχεία,φωτο , οι άλλοι ας συμπληρώνουν να μαζέψουμε όσο περισσότερα μπορούμε.
Απάντηση
Message
Συγγραφέας
Άβαταρ μέλους
Adonis
συντονιστής<br>(03/2008 ως τώρα)
Δημοσιεύσεις: 232
Εγγραφή: 13 Οκτ 2005 12:10 am

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ

#1 Δημοσίευση από Adonis »

Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες μουσικές προσωπικότητες που ήρθαν από την Πόλη μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1922. Μαζί με τον επίσης Κωνσταντινοπουλίτη Κώστα Σκαρβέλη, θεωρούνται, εκτός των άλλων, και οι σπουδαιότεροι κιθαρίστες του ρεμπέτικου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Καρυπόπουλος. Στους δίσκους αναγραφόταν πάντως Καρίπης ή Καρύπης.

Μετέφερε μαζί με τους, επίσης συντοπίτες του, Αντώνη Διαμαντίδη ή Νταλγκά, Κώστα Σκαρβέλη, Γρηγόρη Ασίκη, Αγάπιο Τομπούλη καθώς και με τις μεγάλες τραγουδίστριες Ρόζα Εσκενάζυ και Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου ή Πολίτισσα, το μουσικό πλούτο της μεγάλης πρωτεύουσας του Ελληνισμού, μέσα στο ρεμπέτικο τραγούδι της Ελλάδος του Μεσοπολέμου.

Οι πληροφορίες για τους χρόνους γέννησης και θανάτου του Κώστα Καρίπη, δίνονται με επιφύλαξη και στηρίζονται σε αφηγήσεις φίλων και συναδέλφων του, όπως ο Κώστας Τζόβενος(για τη γέννησή του) και άλλοι -νεώτεροι- για τον θάνατό του. Επίσης ελήφθησαν υπ’ όψιν και τα στοιχεία από τα αρχεία της Coloumbia, που τον εμφανίζουν να παίζει κιθάρα σε ηχογραφήσεις μέχρι το 1950-51. το γεγονός ότι δε νυμφεύθηκε και δεν άφησε απογόνους, είναι η βασική αιτία που δεν έχουν -μέχρι στιγμής- εντοπιστεί πραγματικά στοιχεία για τη ζωή του, τους τόπους κατοικίας του κ.λ.π.

Ο Κώστας Τζόβενος μας πληροφόρησε ότι ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερος του και ότι γνωρίστηκαν το 1923 στο καφενείο των μουσικών «Η Μικρά Ασία» στην οδό Αθηνάς 33. Είχε ήδη τη φήμη σπουδαίου τραγουδιστή και κιθαρίστα, πριν έλθει στην απελευθερωμένη Ελλάδα.

Από το 1923 μέχρι το 1932-33 έπαιζε σε διάφορα πάλκα του ρεμπέτικου με τον Κώστα Τζόβενο(σαντούρι), τον Μήτσο Αραπάκη(τραγούδι και σαντούρι), τον Σπύρο Περιστέρη(μαντολίνο, μαντόλα, κιθάρα) και άλλους. Από τα καλύτερα μαγαζιά που δούλεψε ήταν του Μουρούζη, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και στην οδό Αθηνάς, στην αίθουσα του ξενοδοχείου «Ακταίον» στο Ν. Φάληρο, στην «Μπύρα» του Πίκινου, στο Θησείο κ.α.

Στη δισκογραφία ξεκίνησε ως τραγουδιστής, ηχογραφώντας με την αγγλική Columbia, τη γερμανική Polydor και την επίσης γερμανική Odeon, μεταξύ 1926-1931, μια σειρά από ρεμπέτικα και μανέδες από την Μικρασιατική παράδοση καθώς επίσης και μερικά τραγούδια γνωστών συνθετών της Σμύρνης, όπως του Παναγιώτη Τούντα και του Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη. Στο ρεπερτόριο αυτής της περιόδου συμπεριέλαβε και ορισμένα δημοτικά τραγούδια.

Για λόγους που ακόμα δεν έχουν ερμηνευθεί, χάνεται-φωνητικά- από την δισκογραφία γύρω στο 1931-32, ενώ την ίδια περίπου χρονιά αρχίζει να ηχογραφεί δικά του τραγούδια, δημιουργώντας σειρά μεγάλων επιτυχιών στη δεκαετία του 1930. Ταυτόχρονα καταλαμβάνει μόνιμη θέση κιθαρίστα στις ηχογραφήσεις των δισκογραφικών εταιρειών, παίζοντας κιθάρα σε εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες τραγούδια, από το 1930 έως το 1951, χρονιά που χάνονται τα ίχνη του.

Όλοι οι γνωστοί και διάσημοι τραγουδιστές της εποχής ερμήνευσαν στη δισκογραφία δικά του τραγούδια, εκτός από τον ίδιο, γεγονός που μας κάνει να υποθέσουμε ότι πιθανόν να είχε σοβαρό πρόβλημα με τη φωνή του, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι κανένας από τους νεώτερους συναδέλφους του που τον γνώρισαν μεταπολεμικά στο πάλκο και τη δισκογραφία δεν τον θυμάται να τραγουδά.

Ανάμεσα σε αυτούς που τραγούδησαν τραγούδια του αναφέρουμε την Ρόζα Εσκενάζυ, την Ρίτα Αμπατζή, τον Στελλάκη Περπινιάδη, τον Κώστα Τσανάκο, τον Δημήτρη Ατραΐδη, τον Γιώργο Βιδάλη, τον Κώστα Ρούκουνα, τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Γιώργο Κάβουρα, την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και την Σωτηρία Μπέλλου.

Μετά την επικράτηση στο ρεμπέτικο της Πειραιώτικης κομπανίας με μπουζούκια και μπαγλαμάδες, έπαιξε σε όλα τα γνωστά στέκια, με όλους σχεδόν τους συνθέτες, όπως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον Μιχάλη Γενίτσαρη, τον Στράτο Παγιουμτζή κ.λ.π.

Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής συνέχισε με την ίδια παρέα των δημιουργών του Πειραιώτικου ρεμπέτικου, παίζοντας σε διάφορα στέκια για το καθημερινό φαγητό. Σύμφωνα με τα αρχεία της ΑΕΠΙ η διεύθυνση του στα χρόνια του μεσοπολέμου ήταν στην οδό Αστυπάλαιας 14 στα Πατήσια.

Μετά τον πόλεμο και με την έναρξη της λειτουργίας του εργοστασίου της Columbia, τον Μάιο-Ιούνιο του 1946, συνεχίζει να ηχογραφεί με όλους τους παλαιούς και νεώτερους συνθέτες κρατώντας τη θέση του κιθαρίστα κυρίως στις ηχογραφήσεις της Columbia και της His Master’s Voice. Συνεργάζεται στη δισκογραφία και το πάλκο και με πολλούς νεώτερους, όπως ο Γιώργος Μητσάκης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Σταύρος Τζουανάκος, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Μπάμπης Μπακάλης κ.α.

Η δισκογραφία του Κώστα Καρίπη μεταξύ 1925-1940 περιλαμβάνει –σύμφωνα με τη μέχρι στιγμής έρευνα- γύρω στα 100 τραγούδια, ως τραγουδιστής και συνθέτης, εκ των οποίων 40 περίπου είναι δικά του, ενώ στα υπόλοιπα τραγουδά ο ίδιος. Μεταπολεμικά έχουν εντοπιστεί μόνο τρία τραγούδια του, τραγουδισμένα από την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, τον Στελλάκη Περπινιάδη και την Σωτηρία Μπέλου.

Τα ίχνη του χάθηκαν γύρω στο 1952 χωρίς κανένας από τους συναδέλφους του που συναντήσαμε-μέχρι τώρα- να μπορεί να μας πληροφορήσει για το πώς, που και πότε πέθανε.

Ο ξαφνικός -όπως φαίνεται- χαμός του μεγάλου αυτού δημιουργού άφησε δυσαναπλήρωτο κενό, αφού -δυστυχώς- δεν έγινε η μεταβίβαση της τεράστιας κιθαριστικής του εμπειρίας σε νεώτερους συναδέλφους. Τόσο μεγάλη θεωρήθηκε η απώλειά του, που ο Βασίλης Τσιτσάνης μας είχε δηλώσει, ότι «μετά τον θάνατο του Κώστα Καρίπη αναγκάστηκα να αναζητήσω άλλους τρόπους παιξίματος του μπουζουκιού για να αναπληρώσω το κενό συνοδείας, που δημιουργήθηκε από το χαμό του».

Δυστυχώς και για τον Κώστα Καρίπη, όπως και για άλλους από τους δημιουργούς και ερμηνευτές το ελληνικού τραγουδιού, δεν έχει καταστεί δυνατόν ακόμη να βρεθούν στοιχεία για τα τελευταία –κυρίως χρόνια- της ζωής τους, ιδιαίτερα γι’ αυτούς που δεν άφησαν απογόνους.


-Οι παραπάνω πληροφορίες προέρχονται από το βιβλιαράκι του CD «ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ» από το αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας, σειρά τραγουδιστές του Ρεμπέτικου που επιμελήθηκε και έγραψε ο Παναγιώτης Κουνάδης

Απάντηση

Επιστροφή σε “Βιογραφίες”