Καβουράκια

Από στίχοι
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στου γυαλού τα βοτσαλάκια, κάθονται δυο καβουράκια,

έρμα, παραπονεμένα κι όλο κλαίνε τα καημένα.

[Κι η μαμά τους, η κυρία καβουρίνα

πάει τσάρκα με το σπάρο στη Ραφήνα.] χ2


Κι όλο κλαίνε τα καβουράκια,

στου γυαλού, στου γυαλού τα βοτσαλάκια.


Πάει ο κάβουρας το βράδυ, βρίσκει το τσαρδί ρημάδι,

ψάχνει για τη φαμελιά του και τραβάει τα μαλλιά του.

[Βάζει πλώρη κούτσα-κούτσα στη Ραφήνα,

να πετύχει την κυρία καβουρίνα.] χ2


Κι όλο κλαίνε τα καβουράκια,

στου γυαλού, στου γυαλού τα βοτσαλάκια.


Το ξημέρωμα ροδίζει και ο κάβουρας γυρίζει,

δίχως τη συμβία πάλι, κούτσα-κούτσα στ' ακρογυάλι.

[Με το σπάρο τον ξενύχτι στη Ραφήνα,

παίζει τώρα στα ρηχά η καβουρίνα.] χ2


Κι όλο κλαίνε τα καβουράκια,

στου γυαλού, στου γυαλού τα βοτσαλάκια.