Η διπρόσωπη (του Σέμση)

Από στίχοι
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πρότυπο:Αποσαφήνιση επιμέρους Πάψε καρδιά μου ν' αγαπάς, δεν αγαπούνε τώρα.

Κι άν αγαπούν, το κάνουνε για να περνούν την ώρα.


Αφού δεν ξέρεις ν'αγαπάς, καρδιές μην αγκυλώνεις

και σαν αρχίσεις μια δουλειά, να την ετελειώνεις.


Ο φούρναρης σου έκαψε λιγάκι το φαΐ σου

και σήκωσε τη γειτονιά στο πόδι η φωνή σου.


Γιατί λοιπον σου φαίνεται παραξενο πως κλαίω

και την καρδιά που μου'καψες σ'όλο τον κόσμο λέω.


Πραματευτή που καρτερείς να πάρεις τον παρά σου

μην κάθεσαι στην πόρτα της και τράβα στη δουλειά σου.


Τί περιμένεις άμοιρε να δώσει και σε σένα

αφού ακόμα βερεσέ με αγαπάει κι εμένα.


Μανάβη δώστης γρήγορα απ'τα καλά κρεμμύδια.

Δε βλέπεις πως εθύμωσε και σούρωσε τα φρύδια;


Δώστης κρεμμύδια καυτερά, τα μάτια της να καίνε

και να δακρύζουν απ'αυτά αφού για με δεν κλαίνε.


-Γειά σου Στελλάκη!