Ελένη Ζωντοχήρα

Από στίχοι
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Ελένη η ζωντοχήρα

με παιδί η κακομοίρα,

την παντρεύτηκε ενας γέρος,

που ζηλεύει σαν Οθέλλος.


Κι η Ελένη αναστενάζει

απ'το στόμα φλόγες βγάζει,

κρίμα είμαι δεν ταιριάζει,

γέρος να με μαραζιάζει.


Κι όλο κλαίει η καημένη,

η στρουμπούλα η Ελένη,

ο μπακάλης τη λυπάται,

κάθε μέρα τη θυμάται.


Κι ο μανάβης σας περνάει,

στέκει την παρηγοράει,

έτσι το'θελε η μοίρα,

να'σαι Ελένη ζωντοχήρα.


Σαν τ'ακούει το μπαρμπεράκι,

φέρνει κρέμες και κρασάκι,

έλα'δω βρε Ελενάκι,

να σου σβήσω το μεράκι.


Τό'μαθε το χασαπάκι

και της πάει ένα αρνάκι,

ψήσε το με το σπανάκι,

να το φάμε το βραδάκι.


Τότε ο γέρος της Οθέλλος,

εκατάλαβε στο τέλος,

πως η νιά γυναίκα θέλει,

επιδόρπιά και μέλι.


Αυτός θέλει χυλοπίτα,

λουκουμάδες και παστίτα,

κι έιναι πιά ευτυχισμένη,

η καημένη η Ελένη.