Το σβηστό φανάρι

Από Rebeto-pedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Κάτω απ' το, κάτω απ' σβηστό φανάρι,

κοιμάται κάποιο, κάποιο παλικάρι.

[Με δίχως φράγκο, φράγκο μες την τσέπη

τι όνειρο, τι όνειρο, άραγε να βλέπει.] x2


Ξένος όπου, όπου κι αν γυρίσει,

όποια πόρτα, πόρτα κι αν χτυπήσει.

[Δεν έχει μάνα, μάνα, να πηγαίνει,

τα ρούχα του, τα ρούχα του τουλάχιστον να πλένει.] x2


Έχει σπίτι το σβηστό φανάρι

και για λάμπα, λάμπα το φεγγάρι.

[Κι εσείς διαβάτες, διαβάτες που περνάτε,

τον ύπνο του, τον ύπνο του, να μην του τον χαλάτε.] x2