Το πιτσιρίκι

Από Rebeto-pedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ένα πιτσιρίκι, πλάσμα πονηρό,

τό' βαλα στο μάτι τώρα από καιρό.

Την εστήνω μόνος, βράδυ στη γωνιά [3.]

όμως μου ξεφεύγει πάντα μ' απονιά. [4.4.3]


Δόκανα της στήνω κι όλο μηχανές,

μα αυτή μου λέει: "Όξω, κουνενέ!"

Ξέρει σαν το χέλι και μου ξεγλιστρά, [3.]

κάποιος της διδάσκει κόλπα πονηρά. [4.4.3]


Ένα πιτσιρίκι, κάλτσα σατανά,

μ' έχει τσιτσιρίσει και με τυραννά,

αχ, που θα μου πάει, κάπου θα μπλεχτεί, [3.]

θά' ρθει μες στο δίχτυ και θα τυλιχτεί. [4.4.3]