Παλιά στρατώνα (Ιωαννίδης Γ)

Από στίχοι
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Όποιος δεν έχει κοπελιά μέσ’ τον τεκέ κορφολογήσει

και στο μεθύσι του φιλιά με ζούλα δεν έχει τρυγήσει.


Όποιος στη μούχλα της Παλιάς τα ζάρια δεν έχει κουνήσει,

αυτός κι αν είναι βασιλιάς, ασίκικα δεν έχει ζήσει.


Μέσ’ στο μπουντρούμι, στην Παλιά γεννήθηκα ένα μεσημέρι

και βγήκα μέσ’ απ’ την κοιλιά μ’ ένα σουγιά στο κάθε χέρι.


Πριν σαραντίσω ντε και ντε, η μάνα μου είχε καμάρια,

μέσ’ απ’ της κούνιας τον μπερντέ μ’ είδε που κούναγα τα ζάρια.


R: Σαν το φουμάρω όλα καλά κι όλα μου φαίνονται μπερκέτι,

με το μαρκούτσι, τον λουλά, φεύγει το κάθε μου σεκλέτι.

Δέστε Αγίοι μου κι εσείς, πως εκατάντησα χαρμάνι,

α ρε, το άτιμο χασίς, διπλά τα θαύματά σας κάνει.


Είχα πατέρα χασικλή και μάνα μοσχαναθρεμένη,

για να με κάνει μερακλή, με γέννησε μαστουρωμένη.


Είμ’ απ’ τα τζάκια τα παλιά της κοινωνίας το στολίδι

και όλη μου τη φαμελιά την κόψανε στο Παλαμήδι.


Έχω μια γκόμενα γκαβή, που τραγουδά μανέδες φάλτσα,

που μια μαμά έχει ζαβή και τα λεφτά μέσα στην κάλτσα.


Αλιά της αν τη σκαρφιστεί, καμιά φορά να μ’ απατήσει

κι εν τάξει δεν εμφανιστεί, την πούληση να μου μετρήσει.

R