Η θάλασσα

Από Rebeto-pedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, θάλασσα φαρμακερή,

[συ όπου κάμνεις το νησί μας πάντα μαύρα να φορεί.] δις


Δεν εχόρτασες ακόμα, θάλασσα τόσο καιρό,

από τα κορμιά που τρώει τ' αρμυρό σου το νερό

[θάλασσα, τ' αρμύρο σου το νερό.] δις


Τ' αγριεμένο σου το κύμα, η θωριά σου η θολή,

[κάνουν δύστυχες μανάδες, στα καΐκια σαν πνιγεί.] δις


Παίρνεις από το νησί μας ευτυχία και χαρά

και σκορπάς σε κάθε σπίτι πόνους, θλίψη, συμφορά

[θάλασσα, πόνους, θλίψη, συμφορά.] δις