Η Δέσπω

Από Rebeto-pedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Όταν πήγαινε στην βρύση,

το σταμνί της να γιομίσει,

μ ε καμάρι το κρατούσε

και με χάρη περπατούσε.


Eίχε γίνει μπιρμπιλιά

κι ένα στόμα για φιλιά

κι όλοι οι νιοί που την κοιτάζαν,

τρέχανε και την πειράζαν.


Δέσπω, Δέσπω, Δέσπω το σταμνί σου,

Δέσπω, Δέσπω, το σταμνί σου

κράτησέ το πιο καλά,

μη σου πέσει από το χέρι

κι αν θα σπάσει δεν κολλά,

μη σου πέσει από το χέρι

γιατί αν σπάσει δεν κολλά.


Γέροι, νιοί γι αυτή διψούσαν

και τρελά την λαχταρούσαν

κι είχανε κρυφά μεράκια

για της Δέσπως τα χειλάκια.


Κι όσο έριχνε ματιές

τόσο άναβε φωτιές

κι έτσι όλοι διψασμένοι

της φωνάζαν οι καημένοι.


Δέσπω, Δέσπω, Δέσπω το σταμνί σου,

Δέσπω, Δέσπω, το σταμνί σου

κράτησέ το πιο καλά,

μη σου πέσει από το χέρι

κι αν θα σπάσει δεν κολλά,

μη σου πέσει από το χέρι

γιατί αν σπάσει δεν κολλά.