Φτώχεια τι μας κάνεις

Από στίχοι
Αναθεώρηση ως προς 08:37, 14 Δεκεμβρίου 2019 από τον Fakk (Συζήτηση | συνεισφορές) (Νέα σελίδα: - Βρε Μητσικλώνη, παρ’ ένα τάλαρο να μας πεις καλημέρα - Κατρακύλα, βλάμη, το τάλαρο να σου πω ε...)
(διαφορά) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

- Βρε Μητσικλώνη, παρ’ ένα τάλαρο να μας πεις καλημέρα

- Κατρακύλα, βλάμη, το τάλαρο να σου πω

εβδομήντα δυο καλημέρες

- Μα τι έχεις, ρε Μητσικλώνη, τι μούρη είν’ αυτή;

- Τι να ‘χω, μωρ’ αδερφέ μου, που μ’ έχει κάνει

η κρίση σαν ψιλό φιδέ

- Και μ’ όλα ταύτα προχθές ήσουνα με το μικράκι στο Φάληρο

- Με τα πόδια πήγαμε, αλέ ρετούρ

- Μπα

- Αφού δεν είχα ούτε καφέ να το κεράσω. Τέτοια αδεκαρία

με δέρνει αδερφέ μου. Και το χειρότερο απ’ όλα, ξέρεις ποιο είναι

- Ποιο

- Ότι τα μυρίστηκε η γριά της πως είμαι σοροπιασμένος κάργα

και της απαγόρεψε δια ροπάλου να με βλέπει

- Και πως θα γίνει

- Τι θα γίνει, να θα πάρεις το βιολάκι σου εσύ

κι εγώ την κιθάρα μου, να πάμε να της κάνουμε ρεσιτάλ

- Πάμε


Πέρασα για να σε δω από τη γειτονιά σου

και μ’ αγριοκοίταξε στην πόρτα η γριά σου.

Μήπως, ρε, δεν της γουστάρω, γιατί είμαι φτωχός,

πλούσιους εύκολα δε βρίσκεις τώρα δυστυχώς.


R: Ε, ρε, φτώχεια, τι μας κάνεις, θα περάσεις, που θα πας,

στην καρδιά σεβντά μη βάνεις, μόνο κοίτα ν’ αγαπάς,

γιατί ένας π’ αγαπάει δεν του καίγεται καρφί,

φτώχιες, πίκρες λησμονάει, στο φτερό, στο πι και φι.


Δε συνήθησα ποτέ λεφτά να λογαριάζω

κι ας λέει η μαμάκα σου ότι σε ξελογιάζω,

δε θα βρει σαν τη δική μου, πουθενά, καρδιά,

που να λιώνει σαν της ρίχνεις μια γλυκιά ματιά.

R

-Ωχ, ωχ, ωχ, Βαγγελίστρα μου

-Φαρμακείο

-Ωχ, αυτή είναι πιστολιά είναι μωρ’ αδερφέ μου

-Όχι, ρε, γλάστρα ήτανε

-Όχι μωρέ πιστολιά ήτανε

-Τενεκές είναι, παλιοτενεκέδες, α να χαθείτε, μόρτες, αλανιάρηδες,

χασομέρηδες, δεν πάτε, λέω εγώ να πιάσετε καμιά δουλειά,

χαραμοφάηδες. Αλλά θέλετε να κάνετε κι έρωτα.

Μωρέ μούτρα για έρωτα, αδέκαροι, ατσίναροι, καυγατζήδες, απατεώνες

-Να, μωρή, πάρε πέντε φάσκελα, αϊ, ρε, φτύσου, επειδή σου κάναμε καντάδα.

Ωχου.