Σ' έναν τεκέ σκαρώσανε

Από στίχοι
Αναθεώρηση ως προς 03:42, 5 Ιουλίου 2020 από τον Kokona (Συζήτηση | συνεισφορές)
(διαφορά) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Σ' ένα τεκέ μπουκάρανε τρεις μάγκες φιλαράκοι

τον αργιλέ σκαρώσανε με Προυσσιανό μαυράκι.

Φίνο τεκέ σκαρώσανε που δούλευε ρολόι

και πήγαινε και φούμερνε όλο το σκυλολόι.


Και η Γιωργία η τρανή με κέφι και μεράκι

σαμπαχαδάκι έλεγε με φίνο μπουζουκάκι.

Ωωω, αμάν, αμάν, μεντέτ αμάν, αμάν!


-Γεια σου Γιωργία μερακλού!


Κι αφού την 'πίναν έξυπνα οι μάγκες οι λεβέντες

τον τεκετζή εδιάταξαν τις λουλαδιές ντουμπλέδες.