Ο Θύμιος κανταδόρος

Από στίχοι
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ασουπή, ασουπή
Γειά σου Θύμιο
Τίπουτας, τίπουτας, ασουπή είπα. Έλα δω Χιώτ’, έχς ακούσ’ ένα
καινούριο τραγούδ’ που έγραψα για το κορίτσι μ’ α;
Όχι, δεν το ‘χω ακούσει
Δεν το ‘χς ακούσ’; εάν θέλς παρ’ τα κλατσακλίμπανα σ’, πάρε και τα παιδιά
και πάμε στο κορίτσι μ’ να της κάνομε καντάδα
Ποιο κορίτσι σου
Ποιο κορίτσι μου, τι λες ρε Μανώλ’ το κορίτσ’ μ’ δεν ξέρεις το Λενάκι,
που έχει  πατέρα τον…
Α, χα, χα κατάλαβα
Τι κατάλαβες;
Που έχει πατέρα τον κυρ-Διαμαντή και μητέρα την κυρά-Μαρία
Μάλιστα
Τι λε, ρε Θύμιο, τρελός είσαι;
Γιατί;
Θες να φάμε κι οι δυο μαζί ξύλο;
Έλα ‘δω ρε, τι φοβάσαι; Στηρίξου σε μένα και μη φοβάσαι τίπουτας,
τίπουτας παιδί μου, πάρε τα Μπελκάντια κι πάμε


Έχω όρεξη απόψε

στο κορίτσι μου να πάω

μια καντάδα να της κάνω

επειδής την αγαπάω


Αν σ’ ακούσει ο μπαμπάς της

όταν θα της τραγουδάς

[θα κατέβει να σ’ αρπάξει] 3χ

και το ξύλο που θα φας


Οπωσδήποτες θα πάω

να ντης πω ένα τραγούδι

για να βγει στο παναθύρι

το γλυκό μου αγγελούδι


Έχει ζόρικο πατέρα

βρε κορόιδο που θα πας

[και μια μάνα, Παναγιά μου] 3χ

Ε ρε, ξύλο που θα φας


Δεν με νοιάζει τι θα γίνει

τ’ απιφάσισα να πάω

κι αν κατέβουν να με δείρουν

και θα δώσω και θα φάω


[Θα σε σπάσουνε στο ξύλο

κι η κατάληξη λοιπόν

[τα χαράματα σε βλέπω] 3χ

για το πρώτο βοηθειών] 2χ


- Αχ, τι έπαθα η έρμος, τίποτας, ιγώ θα ξαναπάω, αμ πως