Ξυπνώ και βλέπω σίδερα

Από στίχοι
Αναθεώρηση ως προς 04:21, 26 Νοεμβρίου 2020 από τον Vlad.ouranos (Συζήτηση | συνεισφορές)
(διαφορά) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ξυπνώ και βλέπω σίδερα στη γη στερεωμένα

και μ' αλυσίδες σταυρωτές τα χέρια μου δεμένα

και μ' αλυσίδες σταυρωτές τα χέρια μου δεμένα.


Πέσαν τα μάνταλα βαριά και σκοτεινιάσαν τα κελιά,

πέσαν τα μάνταλα βαριά και σκοτεινιάσαν τα κελιά.


Με δέσαν χειροπόδαρα σαν τον εγκληματία,

στην καταδίκη μου αυτή γυναίκα είν’ αιτία,

στην καταδίκη μου αυτή γυναίκα είν’ αιτία.


Πέσαν τα μάνταλα βαριά και σκοτεινιάσαν τα κελιά.


Βροντούν οι αλυσίδες μου ξυπνώ αλαφιασμένος

και μόλις πιάσω σίδερα χτυπιέμαι απελπισμένος

και μόλις πιάσω σίδερα χτυπιέμαι απελπισμένος.


Βροντούνε βέργες και κλειδιά και σκοτεινιάζουν τα κελιά.