ΡΕΠΟΡΤΑΖ [1933] ΓΙΑ ΤΟΝ «ΤΑΫΓΕΤΟ» ΜΕ ΕΣΚΕΝΑΖΙ-ΣΕΜΣΗ-ΤΟΜΠΟΥΛΗ

Απάντηση
Message
Συγγραφέας
Άβαταρ μέλους
αεροκωπηλάτης
More than 100 posts user
Δημοσιεύσεις: 100
Εγγραφή: 24 Ιαν 2010 05:59 pm

ΡΕΠΟΡΤΑΖ [1933] ΓΙΑ ΤΟΝ «ΤΑΫΓΕΤΟ» ΜΕ ΕΣΚΕΝΑΖΙ-ΣΕΜΣΗ-ΤΟΜΠΟΥΛΗ

#1 Δημοσίευση από αεροκωπηλάτης » 12 Σεπ 2014 12:44 pm

Αλέκος Λιδωρίκης, «Η Αθήνα μετά τα μεσάνυκτα –Ένα βράδυ στα καραφάκια και τα καφενεία-τεκέδες», (Η Ακρόπολις, 14 Δεκεμβρίου 1933)

Η Ανατολή έπειτα από τον εκπατρισμόν των Ελλήνων της Μικράς Ασίας μας έστειλε άφθονα τα δώρα της. Μας έστειλε τα τσακίρικα μάτια, την Μαρίτσα με «τσι γιαβουκλούδες τσι», τον παστουρμάν, τον μπακλαβά, το εκμέκ, το ταούκ-κιοκσού και το μουχαλεμπί εν όλη των τη δόξη, τον αμανέ, τα Αρμενάκια, κόσμον ολόκληρον νέων πραγμάτων που ή δεν τα ξεύραμε καθόλου ή μόλις εκαλλιεργούντο εις της Παλλάδος Αθηνάς τα χώματα. Ένα από τα δώρα αυτά είνε και το ανατολίτικο ουζάδικο. Το «καραφάκι» το περίφημο, με όλα του τα συνεργεία. Το μαγαζί που αρχίζει από το μεσημέρι να κινήται με τους πρώτους πρωϊνούς πελάτες του, έως τις τρεις και τέσσερης ακόμη μετά τα μεσάνυκτα. Η οδός Δώρου και οι κοντινοί της δρόμοι είνε το στρατηγείον του «καραφακιού». Είνε η γωνία που συγκεντρώνει τον τύπο αυτόν του «μπαρ-μεζέ», τύπον που ικανοποιεί περισσότερον απ’ όλα η ύπαρξις του «Ταϋγέτου», του πλέον χαρακτηριστικού διανυκτερεύοντος ουζάδικου.
Ο νυκτερινός διαβάτης της οδού Δώρου είνε αδύνατον να μη σταθή εεμπρός από την πόρτα του διά να ακροασθή την «αηδονόλαλη» Ροζίτα που έχει επιστρατευθή εις τον «Ταΰγετον» διά να τέρπη τους ουζοποτούντας με τους ξεθεωτικούς της αμανέδες, τα βλάχικα, ρεμπέτικα τραγούδια της, τους αναστεναγμούς της και τα ντέρτια της. Και επειδή χάριν της Ρόζας -ωραιότητος λίαν…μυστηριώδους- και των συνοργανοπαικτών της γίνεται μέγας ντόρος κάθε βράδυ εις το περί ου λόγος «μεζεδοουζοπωλείον» δεν πρέπει βέβαια να μην περάσωμε από κει και να μη δώσωμε μια σύντομη εικόνα του.
Το καραφάκι που διατάζομε έρχεται διακεκοσμημένον από λογιών-λογιών πιατάκια. Σαλάτα, λουκάνικο, ο σχετικός παστουρματζίκος, σπλήνα, τυρόπηττα, αντσούγια, τυρί ψημένο, ντονέρ-κεμπάμπ, ό,τι ποθήση η ψυχή σου φρέσκο και αχνιστό. Η πελατεία που συνήθως είνε άφθονος (εργατικοί, ζευγάρια του λαού, υπάλληλοι, αλλά και διάφοροι καλοφαγάδες «μεζεκλήδες» που έχουνε τον παραδάκο τους) αδειάζει κάθε βράδυ, πανηγυρίζουσα τον Βάκχον, σειρά τα καραφάκια. Και όπως κάθεσαι και βλέπεις σιγά-σιγά να δυναμώνη η ζωηρότης, το κέφι να γεννιέται, το σπίρτο να κάνη την ενέργειά του και ν’ ακτινοβολούν τα μάτια και να φλυαρούν τα στόματα, ακούς διάφορα περίεργα. […]
Στο μπαρ εισβάλλουν διαρκώς και νέαι φυσιογνωμίαι. Και αμέσως παίρνουν όλοι θέσιν μάχης. Επικουρία του μεζέ του καταστήματος είνε διάφοροι πλανόδιοι βιοπαλαισταί. Ο ντολμαδάς, ο φυστικάς, ο «θαλλασσινός» με τα κυδώνια και τα στρείδια του. Καμμιά φορά τις μεταμεσονύκτιες ώρες εισβάλλει και ο περιφερόμενος…πατσάς! Τύπος που κουβαλάει σ’ ένα καζανάκι από ένα διπλανό μαγέρικο το λαϊκόν μας έδεσμα και το προτείνει εις την πελατείαν. Δεν λείπουν (καραφάκι-καραφάκι) και η σχετικές…ρουκέττες. Οπόταν καλείται ο σταθμός πρώτων βοηθειών (ένα ταξί) να παραλάβη τους παθόντας και να τους μεταφέρη όπου δει. Αλλά πώς να μη γίνη υπερκατανάλωσις πιοτού όταν η Ρόζα άσπλαγχνα την αηδονίσια της λαλιά (ως λέγει και το σχετικόν φέϊγ-βολάν του καταστήματος) και σχίζει τις καρδιές; Πώς να ανθέξη ο αισθηματικός πελάτης όταν ακούη:
«Προχθές το βράδυ σε είδα στ’ όνειρό μου, Αμάν…Αμάάάάννν…
Και μ’ έκαψες χρυσό μου, βαχ!... Αμάν…Αμάάάάννν…»;;
Πώς να βαστάξη και να μη ζητήση να πνίξη τον καημό που υψώνεται στα κύματα του ούζου;
Ο βιολιτζής Σαλονικιός «το περιφημότερο βιολί της Ευρώπης!...» ως μας πληροφορεί ο κ. καταστηματάρχης, τραβάει δοξαριές που φέρνουν ρίγη ενθουσιασμού στον διπλανό μας κτίστη.
-Ε! φταίω γω να πεθάνω απόψε;… Γεια σου Σαλονικιέ με τα ταξίμια σου!...
Και το παραπλαϊνό εισπρακτοράκι ανοίγει ένα στόμα σαράντα πήχες, όταν ακούη τον Τομπούλη με το αθάνατο ούτι του (ως μας πληροφορεί και πάλιν το σχετικόν φέϊγ-βολάν) εις τους τούρκικους αμανέδες, τα ρεμπέτικα και τα κωμικά του δεν θέλει διαφήμισι! Και παρ’ όλον ότι υπάρχει σχετική πινακίς που απαγορεύει «χορούς, σπασίματα και άσματα», είνε –για πέστε μου και σεις- κατορθωτόν να μη συμβούν ολίγα παρατράγουδα όταν αρχίζη η Ροζίτα να τραγουδά με ακκισμούς, με μειδιάματα, με φοβερά σβυσίματα φωνής, γαργάρες, πνιγμένες νότες το … αισθηματικόν ασμάτιον του Μποχώρη;
«Άντε, του καημένου του Μποχώρη, άντε του τη σκάσαν στο βαπόρι,
Άντε και του πήραν πεντακόσια, άντε όλο τάλληρα και γρόσια…»
Μεγάλη δύναμις το «καραφάκι», μεγάλη πονηριά, σ’ αρχίζει μ’ ένα κέφι ήρεμο, γλυκό, νοσταλγικό… Αλλά όσο περνάν η ώρες…ταυροποιεί το Σύμπαν. Αν δεν ακούσετε κανένα βράδυ ότι απήχθη η «αηδονόλαλη» Ροζίτα, να μου τρυπήσετε την μύτη!... […]

Απάντηση

Επιστροφή σε “Κείμενα ιστορικά - Της εποχής”